ματώνω


ματώνω
[матоно] р. окровавливать,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ματώνω" в других словарях:

  • ματώνω — ματώνω, μάτωσα, ματωμένος βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ματώνω — (Μ ματώνω) 1. χάνω αίμα, αιμορραγώ («τα σωθικά ματώσασι και αίμα πολύν εφτύσα», Ερωτόκρ.) 2. προκαλώ ροή αίματος, τραυματίζω 3. φρ. «μού ματώνει την καρδιά» μέ πληγώνει ψυχικά, μού προξενεί μεγάλη λύπη. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. αἱματῶ < αἷμα, ατος] …   Dictionary of Greek

  • ματώνω — μάτωσα, ματώθηκα, ματωμένος, μτβ. και αμτβ., βγάζω αίμα, αιματώνω: Μάτωσαν τα χέρια της μόλις έπιασε το σπασμένο γυαλί …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καταματώνω — ματώνω πολύ …   Dictionary of Greek

  • Matono — Studio album by Peggy Zina Released July 11, 2004 Recorded 2004 …   Wikipedia

  • καθαιμάσσω — (Α καθαιμάσσω) καθιστώ αιματηρό, ματώνω, κηλιδώνω με αίμα, ραντίζω ή βάφω κάτι με αίμα («καθαιμάσσειν γλῶτταν», Πλάτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + αἱμάσσω «ματώνω»] …   Dictionary of Greek

  • Зина, Пегги — Пегги Зина Πέγκυ Ζήνα Имя при рождении Каллиопи Зина Дата рождения 8 марта 1975(1975 03 08) (37 лет) Место рождения …   Википедия

  • αιμάσσω — (Α αἱμάσσω) νεοελλ. 1. είμαι ματωμένος, στάζω αίμα, αιμορραγώ 2. είμαι τραυματισμένος ψυχικά, υποφέρω αρχ. 1. κηλιδώνω, περιβρέχω κάτι με αίμα 2. τραυματίζω, πληγώνω 3. έχω το χρώμα τού αίματος 4. προκαλώ αιματηρό τέλος 5. (ως ιατρ. όρος) κάνω… …   Dictionary of Greek

  • αιμάτωμα — Η συλλογή αίματος μέσα σε μια μη προσχηματισμένη κοιλότητα των ιστών. Οφείλεται στην έκχυση μεγάλης ποσότητας αίματος από ένα αγγείο. Τα περισσότερα α. απορροφούνται αυτόματα. Χειρουργικά πρέπει να αντιμετωπίζονται μόνο όσα είναι επικίνδυνα λόγω… …   Dictionary of Greek

  • αιματίζω — αἱματίζω (Α) [αἷμα] 1. κηλιδώνω, λερώνω με αίμα, ματώνω 2. (για έντομα) ρουφώ αίμα, τσιμπώ, κεντώ …   Dictionary of Greek